Μια υπόθεση που έχει προκαλέσει αίσθηση στην τοπική κοινωνία της Κηφισιάς εκτυλίσσεται πρόσφατα στις δικαστικές αίθουσες. Όλα ξεκίνησαν από μια αγγελία που αφορούσε ένα τραπεζάκι σαλονιού αξίας μόλις 80€. Ειδικότερα, επιτήδειοι κατάφεραν να αποκτήσουν το PIN του ανυποψίαστου θύματος και στη συνέχεια να ανασύρουν το ποσό των 15.000€.
Η πορεία των χρημάτων προσομοιάζει με σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Τα χρήματα «προσγειώθηκαν» για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα σε λογαριασμούς τριών ατόμων που βρίσκονται στη Νέα Φιλαδέλφεια και τη Ρόδο, ενώ ο τόπος διαμονής του τρίτου ατόμου παραμένει άγνωστος. Πριν προλάβουν να αντιδράσουν ούτε η τράπεζα ούτε το θύμα, τα ποσά (διαρθρωμένα σε 3.000€, 9.000€ και 2.500€) «εξαφανίστηκαν» με θεωρητικώς μαγικό τρόπο προς άγνωστη κατεύθυνση.
Οι εμπλεκόμενοι βρέθηκαν κατηγορούμενοι, αν και δήλωναν ότι δεν συμμετείχαν στην απάτη. Στο δικαστήριο, ισχυρίστηκαν ότι είχαν χάσει τα πορτοφόλια τους καθώς και τους κωδικούς τους. Αξιοσημείωτο είναι ότι το θύμα, ο μηνυτής, φέρεται να γνώριζε ότι δεν ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτή την απάτη, καθώς ο ίδιος είχε δώσει τους κωδικούς του προφορικώς.
Διαδικασία της Απάτης
Ο τρόπος που λειτουργεί η συγκεκριμένη απάτη μέσω αγγελιών είναι ο εξής:
- Πρόσχημα: Ο υποτιθέμενος αγοραστής επιδεικνύει υπερβολική βιασύνη για την αγορά του τραπεζιού των 80€.
- Παγίδα: Συνήθως στέλνει ένα link που μοιάζει με σελίδα τράπεζας ή ζητά το PIN της κάρτας για να «εγκρίνει» την κατάθεση.
- Πραγματικότητα: Καμία από τις τράπεζες δεν ζητά το PIN για να πραγματοποιήσει καταθέσεις. Μόνο ο IBAN είναι απαραίτητος.
Η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος έχει επισημάνει ότι ενώ υπάρχουν ψηφιακά ίχνη που καταδεικνύουν την πορεία των χρημάτων, η αποκατάσταση της κατάστασης είναι εξαιρετικά δύσκολη και τα χρηματικά ποσά δεν φαίνεται να επιστρέφονται ποτέ. Αυτή η περίπτωση αποτελεί μια σκληρή υπενθύμιση σχετικά με τους κινδύνους που ενέχει ο ψηφιακός κόσμος, όπου η εμπιστοσύνη μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα κοστοβόρα.


